Η επικοινίαση δεν είναι μόνο επικονίαση

επικοινίασηΘα έχετε αντιληφθεί διαβάζοντας τα κείμενά μας, ότι συχνά ανατρέχουμε στο παρελθόν αντλώντας στοιχεία προς σκέψη και ανάλυση. Δεν είναι αυτοσκοπός μας, μα το εκάστοτε θέμα που καταπιανόμαστε μας οδηγεί όσο χρειαστεί, εκεί που θα πιάσουμε την μια από τις δυο άκρες. Στο παρόν άρθρο ξεφύγαμε, αλλά όταν πρέπει να αρχίσεις γράφοντας για τις απαρχές των ανθοφόρων φυτών, αναγκαστικά φεύγεις πολύ μακριά.
Από τα συμφωνημένα στοιχεία της επιστήμης που υπάρχουν σήμερα, γνωρίζουμε ότι:

  • Tα πρώτα απλά φυτά εμφανίστηκαν στον πλανήτη την Σιλούρια περίοδο, περίπου πριν 400 εκατομμύρια χρόνια.
  • Tα πρώτα ανθοφόρα φυτά (πιθανά και εντομόφιλα) εμφανίστηκαν στην Κρητιδική περίοδο, περίπου πριν 65 εκατομμύρια χρόνια και προφανώς με διαφορά μερικά εκατομμύρια χρόνια (πάνω κάτω!), τα πρώτα έντομα επικονίασης.
  • Tα σύγχρονα φυτά (με βεβαιότητα και εντομόφιλα) εμφανίστηκαν στην Παλαιογενή περίοδο, περίπου πριν 55 εκατομμύρια χρόνια.
  • Tα πρώτα ανθρωποειδή, περίπου πριν 5 εκατομμύρια χρόνια!!!

Ξαναδιαβάστε την προηγούμενη παράγραφο, κλείστε τον «Μελισσοκόμο», κοιτάξτε το ταβάνι αν είστε σε κλειστό χώρο ή τον ουρανό αν είστε έξω και δώστε χρόνο στον εαυτό σας μερικά δευτερόλεπτα ή και λεπτά για να προσπαθήσετε να αντιληφθείτε τα χρονικά μεγέθη. Για βοήθεια πάρτε σαν μέτρο την ηλικία σας, μετά την ηλικία των γονιών σας, στη συνέχεια την αίσθηση που έχετε για τον περασμένο αιώνα και τέλος την ηλικία του Αριστοτέλη, που θα ήταν 2.400 χρονών αν ζούσε σήμερα.
Αν δεν τρομοκρατηθήκατε αρκετά ξανανοίξτε τον «Μελισσοκόμο» και συνεχίστε την ανάγνωση. Αναφέραμε πριν τον Αριστοτέλη, όχι για λόγους αρχαιολαγνίας, μα γιατί το ψευδεπίγραφο έργο «περί φυτών», είναι από τα πρώτα που καταπιάστηκαν εν’ μέρη, με το θέμα του κειμένου μας.
Ας γυρίσουμε όμως στα φυτά.
Τα φυτά έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα «σοβαρό πρόβλημα» που είναι κοινό χαρακτηριστικό τους. Δεν μπορούν να μετακινηθούν με δικά τους μέσα. Έπρεπε λοιπόν, να βρούνε μεθόδους μετακίνησης τόσο για την επέκτασή τους στο χώρο (επιβίωσή τους), όσο και για την εύρεση του συντρόφου τους στην διαδικασία αναπαραγωγής τους (επιβίωσή τους, ξανά). Σ’ αυτή τους την προσπάθεια «βρήκαν» τρεις τρόπους αναπαραγωγής και πολλαπλασιασμού τους: τον εγγενή, τον αγενή και την απόμειξη.
Η Απόμειξη είναι ο λιγότερος συνηθισμένος τρόπος αναπαραγωγής, όπου τα φύλα (κάποια όργανά τους) παίρνουν μέρος σε μια διαδικασία παρθενογενετικής αναπαραγωγής ή vivipary π.χ. Poa alpina (πόα αλπίνα), πολλά φυτά της Mangrove (μαγκρόβια) βλάστησης. Στον πολλαπλασιασμό με απόμειξη τα νέα φυτά είναι πιστά αντίγραφα του μητρικού φυτού.
Ο Αγενής (βλαστικός, μονογονία) είναι ο τρόπος αναπαραγωγής, όπου τα φυτά εκμεταλεύονται ένα τμήμα του μητρικού φυτού (βλαστό) δημιουργώντας ένα νέο φυτό το οποίο ακολουθεί αυτόνομη πορεία. Στο βλαστικό πολλαπλασιασμό τα νέα φυτά είναι πιστά αντίγραφα του μητρικού φυτού. Π.χ. βέλιουρας (Sorgum halepense)
Ο Εγγενής (φυλετικός, αμφιγονία) είναι ο τρόπος αναπαραγωγής, όπου τα φυτά χρησιμοποιούν αρσενικούς γαμέτες (γυρεόκκοκοι), θηλυκούς γαμέτες (ωάρια) και δημιουργούν το σπόρο. Οι γυρεόκοκκοι και τα ωάρια των φυτών περιέχουν λιγότερα χρωμοσώματα από το σπόρο (μείωση) αλλά τελικά με την ένωσή τους παρέχουν το πλήρες γενετικό υλικό (σπόρος) το οποίο αποτελεί και το υλικό πολλαπλασιασμού τους. Στον εγγενή πολλαπλασιασμό τα νέα φυτά που προκύπτουν από τους σπόρους είναι συνδυασμός και των δύο γαμετών και έτσι έχουν κάτι και από τα δύο γονεϊκά στοιχεία με τον βαθμό να διαφέρει στο είδος κάθε φυτού (μονόικα άνθη-φυτά, δίοικα άνθη φυτά, συνδυασμός τους κ.λπ.). Για να το καταλάβουμε καλύτερα ας φανταστούμε ένα παιδί που κληρονομεί και από τους δύο γονείς κάποια από τα χαρακτηριστικά τους.
Για να αναλύσουμε τον εγγενή πολλαπλασιασμό θα έπρεπε να γράψουμε πολλά βιβλία και δεν είμαστε ούτε ειδικοί για να το κάνουμε, ούτε είναι ο σκοπός μας. Αυτό που μας ενδιαφέρει και αρκεί για την συνέχεια είναι ότι ο εγγενής πολλαπλασιασμός στηρίζεται κυρίως σε μια διαδικασία που ονομάζουμε επικονίαση και σύμφωνα με τον Γ. Μπαμπινιώτη:
Επικονίαση (η) [1890] {-ης κ. -άσεως / χωρίς πληθυντικό}ΒΟΤ. Η μεταφορά της γύρης από τους στήμονες στον ύπερο, προκειμένου να γίνει η αναπαραγωγή του φυτού.
Δηλαδή με την επικονίαση του εγγενούς πολλαπλασιασμού τα φυτά παίρνουν χαρακτηριστικά και από τους δυο «γονείς». Τα γονίδια των γυρεόκκοκων της γύρης από τον ένα «γονέα» και τα γονίδια του ωαρίου από τον άλλο «γονέα». Υπάρχουν βέβαια και φυτά που γυρεόκκοκος και ωάριο βρίσκονται στο ίδιο άνθος. Αυτά ονομάζονται αυτογονιμοποιούμενα και πλεονεκτούν στην ασφάλεια της αναπαραγωγής, στην επικράτηση των ίδιωνεπιλεγμένων χαρακτηριστικών και στον αριθμητικά μικρό πληθυσμό ώστε να επεκταθούν. Έχουν όμως και σοβαρά μειονεκτήματα, που είναι οι δυσκολίες προσαρμογής σε τυχόν περιβαλλοντικές μεταβολές (δεν κάνουν ανασυνδυασμούς), η ελαχιστοποίηση της ποικιλότητας (μείωση της ετεροζυγωτίας) και αυξάνεται η αιμομιξία που μπορεί να προκαλέσει μέχρι και αφανισμό ενός είδους (ομομικτική κατάπτωση).
Ο συντριπτικά μεγαλύτερος αριθμός ανθοφόρων φυτών έχει αναπτύξει μηχανισμούς που αποτρέπουν την αυτογονιμοποίηση όπως, το ασυμβίβαστο, την μη συγχρονισμένη ωρίμανση στήμονα και ύπερου, τα μήκη των στύλων, κ.λπ. ενώ παράλληλα έχουν «εκμεταλλευτεί» για την επικονίασή τους, τον αέρα, τα πουλιά, τα ζώα, το νερό, μα η πλειονοτητά τους τα έντομα. Τα τελευταία, ονομάζουμε εντομόφιλα και έχουν αναπτύξει απίστευτους μηχανισμούς προσέλκυσης των εντόμων, ώστε να επιτύχουν την σταυροεπικονίαση. Έτσι κάποια «δημιούργησαν» οσμές που προσελκύουν τους επικονιαστές τους, άλλα «δημιούργησαν» χρώματα με απίστευτους συνδυασμούς και μάλιστα στο υπεριώδες φάσμα που μπορούν να δουν πάρα πολλά έντομα, ενώ κάποια έχουν «ζωγραφισμένους» διαδρόμους προσγείωσης για να οδηγούνε τα έντομα στο «στόχο», δηλαδή στη γύρη. Τα «ευανάγνωστα» σχήματα του άνθους, μα κυρίως το νέκταρ (υδατάνθρακες) και η γύρη (πρωτεΐνες) έδωσαν από την πλευρά των φυτών εύκολη και πλούσια τροφή που «αναγκάσανε» τα έντομα να μην μπορούν να αντισταθούν στις επισκέψεις τους. Στην πραγματικότητα, τα εντομόφιλα φυτά μαζί με τα έντομα επικονιαστές τους, αλληλοεξελίχθηκαν σε μια κατεύθυνση αλληλοεξάρτησης και συμπόρευσης. Τα φυτά «δημιούργησαν» ευκολίες πρόσβασης, προσέλκυσης και προπάντων τροφή, ενώ τα έντομα «χάρισαν το σώμα τους» για την μεταφορά της γύρης και συνεπώς την διανομή του γενετικού υλικού στους ακίνητους αυτούς οργανισμούς.
Τα είδη εντόμων που επικονιάζουν φυτά ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες. Δίπτερα (π.χ. μύγες), Κολεόπτερα (π.χ. σκαθάρια), Λεπιδόπτερα (π.χ. Πεταλούδες), Υμενόπτερα (π.χ. μέλισσες) και άλλα.
Επιτέλους φτάσαμε στις μέλισσες. Μοναχικές και κοινές.
Από όλα τα έντομα που επικονιάζουν φυτά, η υπεροικογένεια των μελισσών κατέχει μια εξέχουσα θέση. Μάλλον κατέχει την πρωτοκαθεδρία, με περισσότερα από 20.000 διαφορετικά είδη. Και αυτό γιατί:

  • Τρέφονται αποκλειστικά με νέκταρ και γύρη (με εξαίρεση τα μελιτώματα και κάποιους φρουτώδεις χυμούς).
  • Έχουν σε όλο τους το σώμα τρίχες που συγκρατούν και μεταφέρουν τη γύρη.
  • Αν και τα πιο πολλά είδη είναι μοναχικά, αρκετά είναι ημικοινωνικά και τα λιγότερα κοινωνικά.

Τα κοινωνικά είδη, γένος Apis, A. Cerana, A. Dorsata, A. Florea, A. Laboriosa και κυρίως η κοινή μέλισσα A. Mellifera, η δικιά μας, προσφέρουν μάλλον το περισσότερο και εξειδικευμένο επικονιαστικό έργο στα φυτά, γιατί:

Διατηρούνε μεγάλους πληθυσμούς σε όλη τη διάρκεια του έτους και έτσι με ευνοϊκές καιρικές συνθήκες μπορούν και επισκέπτονται άνθη που οι μονήρεις ή άλλα έντομα δεν μπορούν λόγω των χαρακτηριστικών του βιολογικού τους κύκλου, κατά τη διάρκεια μιας χρονιάς.

  • Τρέφονται αποκλειστικά με νέκταρ και γύρη (με εξαίρεση τα μελιτώματα).
  • Έχουν σε όλο τους το σώμα τρίχες που συγκρατούν και μεταφέρουν τη γύρη.
  • Έχουν ειδικά σημεία στο σώμα τους για τη μεταφορά της γύρης (καλαθάκια).
  • Κάνουν ειδικευμένη εργασία κατά τη διάρκεια κάποιων ημερών της ζωής τους (γυρεοσυλλέκτριες, νε-κταροσυλλέκτριες).
  • Έχουν αναπτύξει σύστημα επικοινωνίας (χοροί) έτσι ώστε να μεταδίδουν γρήγορα τις πληροφορίες ύπαρξης ανθοφορίας.
  • Ειδικεύονται σε ένα είδος φυτού (ανθική σταθερότητα) και έτσι προωθούνε την σταυροεπικονίαση.

Μετά από μια βόλτα 400 εκατομμυρίων ετών με την ιλιγγιώδη ταχύτητα του νου μας, φτάσαμε σε ένα σημείο, όπου μπορούμε να έχουμε μια γενική εικόνα της πορείας και του μηχανισμού εξάρτησης φυτών (εντομόφιλων) και μελισσών (μονήρεις και κοινωνικές). Μια πορεία, το ξαναγράφουμε γιατί το θεωρούμε σημαντικότερο όλων, αλληλοεξέλιξης και αλληλοεξάρτησης. Δεν «ξύπνησε» ένα πρωί η αμυγδαλιά και μετά από μια σύντομη συζήτηση αποφάσισε με τις φίλες της να παράγουν γύρη και νέκταρ και να καλέσουν τις μέλισσες σε γεύμα. Δεν «ξύπνησαν» ένα πρωί οι μέλισσες και αποφάσισαν να ακολουθήσουν διαιτολόγιο αυστηρά καθορισμένο με νέκταρ και γύρη αμυγδαλιάς, για την διατήρηση της σιλουέτας τους. Οι αμυγδαλιές «ξύπνησαν» εκατομμύρια πρωινά και η «συζήτησή» τους έγινε μέσα από την εγγενή αναπαραγωγή τους με στόχο την διαιώνιση του είδους τους και μόνο αυτό. Γι’ αυτό δώσανε νέκταρ και γύρη στις μέλισσες. Τις χρησιμοποίησαν για το δικό τους «καλό» και μόνο γι΄ αυτό. Οι μέλισσες από την άλλη δεν έδιναν «δεκάρα τσακιστή» για τα αναπαραγωγικά προβλήματα της αμυγδαλιάς. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν, αν η τροφή που αντλούσανε από τα άνθη άξιζε τον κόπο τους. Αν άξιζε, συνεχίζανε, αν όχι «κάνουνε και άλλες πορτοκαλιές πορτοκάλια». Μέσα από τον εγγενή πολλαπλασιασμό (φυσικά όχι μόνο), την παραλακτικότητα και την προσαρμοστικότητα, η αμυγδαλιά ανθίζει Γενάρη – Φλεβάρη, βγάζει ασπρορόζ άνθη με πολύτιμο για τις μέλισσες εκείνη την εποχή νέκταρ και γύρη. Μέσα από παρόμοιους μηχανισμούς και με οδηγό την ανάγκη επιβίωσης, οι μέλισσες βγάλανε τρίχες, αποκτήσανε καλαθάκια, μεγάλες προβοσκίδες, ζούνε πολλές μαζί (όχι όλα τα είδη), αποθηκεύουν την τροφή τους και επισκέπτονται την αμυγδαλιά που ανθίζει Γενάρη – Φλεβάρη.

Πολύ αργότερα ήρθε ο άνθρωπος και δοκίμασε τα αμύγδαλα. Πολύ αργότερα ήρθε ο άνθρωπος και δοκίμασε το μέλι. Συνεχίζει όμως μέχρι σήμερα να τρώει αμύγδαλα και μέλι, για το δικό του «καλό», για τη δική του επιβίωση. Επειδή κινούμαστε σε οριακά επίπεδα κοσμοθεώρησης, και επειδή θεωρούμε σημαντικό να διαβάσουν όλοι τη συνέχεια του κειμένου, να ανοίξουμε ένα παράθυρο και να πούμε ότι αν κάποιος έχει την ανάγκη να δει τη θεϊκή δημιουργία σ΄ αυτά που περιγράφουμε, μπορεί εύκολα να το κάνει θεωρώντας δεδομένο ότι, ο Θεός έκανε την αρχική κίνηση (Δημιουργία) και στη συνέχεια η εξέλιξη που είναι δημιούργημά του επίσης, ανέλαβε τα υπόλοιπα. Αν κάποιος δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτή την οπτική, απλά ας χτίσει το εν’ λόγω παράθυρο.
Να συνεχίζουμε μετά το ανοιγοκλείσιμο του παραθύρου και να πούμε: είναι σχεδόν βέβαιο ότι, στη μακρόχρονη αυτή διαδικασία της αλληλοεξέλιξης, πολλά είδη φυτών και εντόμων χάθηκαν. Εξαφανίστηκαν γιατί δεν κατάφεραν να αναπτύξουν τέτοιους μηχανισμούς που να ικανοποιούν και τα δυο μέρη (εντομόφιλα φυτά-ανθόφιλα έντομα). Εξαφανίστηκαν γιατί δεν ικανοποιήθηκε η σημαντικότερη αναγκαία και ικανή συνθήκη. Αυτή που περιγραφικά θα ονομάζαμε συμβιωτική ανάγκη ζωής και που καθορίζεται μέσα από αυστηρά φυσικά κριτήρια επιλογής. Δεν υπήρξε τίποτε περιττό στη φύση. Ότι χάθηκε ήταν απλά ένα ενδιάμεσο στάδιο. Ήταν απλά το ανολοκλήρωτο, η μετάβαση στο επόμενο πλήρες και μετά στο επόμενο κ.ο.κ. Η συνέχεια είναι ο αυτοσκοπός της φύσης και μόνο αυτός. Ίσως η τελευταία πρόταση να είναι και η μοναδική που εμπεριέχει μια απόλυτη βεβαιότητα και που βέβαια θέλει συζήτηση πολλή, αλλά όχι εδώ.

Στο σημείο αυτό, όσο αντίρροπο και αν φαίνεται κατ’ αρχήν, εισέρχεται το πρόβλημα της επικονίασης των φυτών από τις μέλισσες. Η αποτελεσματικότητα του μηχανισμού αυτού μπορεί να συζητηθεί και να διαφωνήσουμε ως προς τα μεγέθη, δεν θα διαφωνήσουμε πάντως ως προς τη χρησιμότητά του. Η επικονίαση αποτέλεσε ένα βασικό μηχανισμό ανάπτυξης, διαφοροποίησης και ισορροπίας των φυτών. Ταυτόχρονα, αποτέλεσε ένα βασικό μηχανισμό ανάπτυξης, διαφοροποίησης και ισορροπίας των εντόμων, άρα και των μελισσών, καθώς και των ζώων μέσω των τροφικών αλυσίδων, συνεπώς και του ανθρώπου.
Τα λίγα τελευταία εκατοντάδες χρόνια, η εξέλιξη του ανθρώπου ήταν ραγδαία. Τιθάσευση της φωτιάς, κοινωνίες, γραφή, βιομηχανικές επαναστάσεις, υπερπληθυσμός, τρέχουμε πια. Καταλάβαμε όλο τον πλανήτη. Φύγαμε και εκτός του. Από την άλλη η εξέλιξη των φυτών και των μελισσών συνεχίζει να ακολουθεί ρυθμούς «παλαιούς», αργούς, χαλαρούς. Ο άνθρωπος ακολουθεί πλέον διαφορετικό ρυθμό ανάπτυξης από την υπόλοιπη φύση και μοιάζει να έχει διαφοροποιηθεί ή μάλλον καλύτερα να μην συνειδητοποιεί σαν είδος την ασυμβατότητα αυτή. Μέσα από αυτόν τον ταχύτατο ρυθμό ανάπτυξης έκαψε δάση, αποψίλωσε «άγρια εδάφη», μονοκαλλιέργησε τις πεδιάδες, άλλαξε την τροφή του και έγινε πιο σαρκοφάγος, κατακερμάτισε τόπους με αστικές και βιομηχανικές παρεμβάσεις, έφτιαξε νέα φυτά (μεταλλαγμένα) και τα έριξε σαν ένα λύκο στα πρόβατα, ψέκασε με εντομοκτόνα για να σκοτώσει τους «βλαβερούς οργανισμούς» κατά τα πρότυπα μιας κυριαρχικής ανάπτυξης, μα κυρίως μέσα από όλες αυτές τις δράσεις εξαφάνισε κάποιους και μείωσε τους υπόλοιπους φυσικούς επικονιαστές. Έχει δημιουργηθεί δηλαδή ένα κενό, όχι σημαντικό για τη φύση, γιατί όπως είπαμε πιο πάνω η φύση θα το καλύψει με την αρχή της συνέχειας και με τρόπους που θα βρει μέσα από τους αργούς ρυθμούς της, βλέπετε έχει το χρόνο με το μέρος της. Το κενό αυτό αφορά τη σύντομη ζωή του ανθρώπου και των διάδοχων γενεών.
Μας έμειναν λίγοι επικονιαστές, άδειασαν οι αποθήκες της γης και πρέπει να εφεύρουμε τρόπους ανάπτυξής τους. Λέμε να εφεύρουμε γιατί ακόμη και αν σταματήσουμε τις όποιες βλαβερές δραστηριότητές μας, θα χρειαζόντουσαν πάρα πολλά χρόνια για να έρθουμε σε μια ισότιμη ισορροπία, με δεδομένο τις ανάγκες του παγκόσμιου ανθρώπινου πληθυσμού. Οι μέλισσες είναι γενετικά προγραμματισμένες να επικονιάζουν. Οι μέλισσες υπάρχουν για να επικονιάζουν. Οι μέλισσες σχετικά εύκολα γεμίζουν τις επικονιαστικές αποθήκες της φύσης. Οι μελισσοκόμοι οφείλουν να κάνουν αυτό το βήμα με την βοήθεια και υποστήριξη όλων. Πρώτα όμως πρέπει να γνωρίσουν και να διαδώσουν την ύπαρξη του προβλήματος της επικονίασης. Εκεί στοχεύει και το παρόν άρθρο. Δεν αναφερθήκαμε καθόλου σε επικονιαστικές λεπτομέρειες και στην ειδική γνώση επικονίασης κάθε φυτού από τις μέλισσες. Όλα τα γνωστά ελληνικά βιβλία μελισσοκομίας αναφέρουν ένα σωρό πληροφορίες γύρω από την συγκεκριμμένη επικονιαστική δράση των μελισσών. Θρασυβούλου, Μπίκος, Υφαντίδης, Χαριζάνης.
Ο κυρίαρχος στόχος όλου του μελισσοκομικού κλάδου πρέπει να είναι: Η διάδοση της γνώσης γύρω από την επικονίαση και η προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος. Προφανώς μαζί με αυτό θα παλεύουμε για καλύτερες συνθήκες στην αγορά μελιού, για λιγότερα ή καθόλου νεονικοτινοειδή, για ελεύθερη πρόσβαση στους τόπους άσκησης της μελισσοκομικής τέχνης, για την απαγόρευση των ψεκασμών κατά την διάρκεια των ανθοφοριών, για την επιμονή που πρέπει να δείξουν οι φορείς στο να γνωρίσουν οι παραγωγοί την ωφελιμότητα της μέλισσας, για όλα τα προβλήματα του κλάδου μας. Να συνεχίσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας όσο καλύτερα μπορούμε και ταυτόχρονα να θέσουμε αυτό το στόχο, όχι στη βάση μιας και μοναδικής δραστηριότητας (επικονίασης), μα παράλληλα με την παραγωγή μελιού. Στις ΗΠΑ μπορεί η κύρια οικονομική δραστηριότητα των μελισσοκόμων να καλύπτεται από τα συμβόλαια επικονίασης, όμως μήπως αυτό σημαίνει ότι, τα μελίσσια τούς ενδιαφέρουν μέχρι εκεί; Μήπως το μόνο που τους νοιάζει είναι μια ικανή πληθυσμιακή ανάπτυξη στο χρόνο που τα χρειάζονται και μετά πέρα από αυτό τίποτε άλλο. Του χρόνου πάλι. Μέλια χωρίς φυσική αφύγρανση, αλλά τεχνητά, πίεση των μελισσών για πολύ πρόωρη ανάπτυξη κ.λπ. Όχι. Εμείς μιλάμε για μια ισορροπημένη σχέση μελισσοκόμου και μελισσών. Τα μελίσσια όλου του πλανήτη υπολογίζεται ότι παράγουν 20 έως 40 φορές περισσότερη αξία, επικονιαστική από ότι αξία παραγωγής μελιού. Τα δικά μας μελίσσια εκτός της πιο πάνω επικονιαστικής αξίας που παράγουν, χαρίζουν και σε εμάς ένα αξιοπρεπές εισόδημα μέσα από μια αξιοπρεπή εργασία. Και τα δυο έχουν την αξία τους. Η διάδοση της γνώσης γύρω από την επικονίαση και η προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος είναι ένας ευγενής στόχος και έχουμε ηθική υποχρέωση σαν μελισσοκόμοι να το πράξουμε, εν’ ονόματι των μελισσών, εν’ ονόματι της ζωής των επόμενων γενεών.

Οι μέλισσες συμβάλουν κατά 80% στη γονιμοποίηση των φυτών. Αν αύριο το πρωί εξαφανίζονταν οι μέλισσες, υπολογίζεται ότι, θα εξαφανιζόταν και το 60% των φυτών παγκοσμίως!!! Και βέβαια όταν μιλάμε για μέλισσες, προφανώς εννοούμε και τις μονήρεις, μοναχικές, ημικοινωνικές, αγριομέλισσες. Και αυτές προστατεύουμε. Και γι’ αυτές νοιαζόμαστε. Για όλους τους επικονιαστές. Δεν είναι συντεχνιακό το πρόβλημα της επικονίασης. Η επικονίαση είναι ένας μηχανισμός «ύπαρξης» για πολλά φυτά και τα φυτά είτε άμεσα, είτε έμμεσα σαν τροφή ζώων, συμμετέχουν σε οποιαδήποτε τροφική αλυσίδα. Οι μέλισσες ήταν και συνεχίζουν να είναι δεμένες μέσα από ένα ισχυρό δεσμό με αυτό που ονομάζουμε Βιοποικιλότητα. Ίσως κάπως υπερβολικά αφήνουμε να εννοηθεί ότι, αυτή η σχέση είναι μεγαλύτερη άλλων. Στην πραγματικότητα δεν είναι, όμως, για τις μέλισσες και την επικονίαση γράφουμε. Παρ’ όλα αυτά είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι ακόμη και αν χαθούν κάποια είδη μελισσών, υπάρχουν άλλα πολλά που θα συνεχίσουν και το έργο αυτών που χαθήκανε, γιατί πολλά είδη επικονιαστών έχουν ειδικευμένη δράση σε κάποια φυτά και αυτά με τη σειρά τους σε άλλα είδη των τροφικών αλυσίδων. Ακόμη και αν αισιοδοξούμε ή πιστεύουμε ότι η επικονίαση δεν κινδυνεύει ή ότι είναι υπερβολικά αυτά που γράφονται και κινούνται σε ένα αόριστο επίπεδο, οφείλουμε σαν μελισσοκόμοι, σαν άνθρωποι, να προστατεύσουμε τις μέλισσες, δηλαδή το επικονιαστικό τους έργο, δηλαδή το ενδιαίτημα των επόμενων γενιών.
Τι κάνουμε σε πρακτικό επίπεδο;

  • Κάνουμε στόχο την προστασία των μελισσών (κοινή και άλλα μελισσοειδή), για το επικονιαστικό τους έργο.
  • Πιέζουμε την πολιτεία, μέσα από το μελισσοκομικό συνδικαλιστικό και συνεταιριστικό μας κίνημα, προς αυτή την κατεύθυνση.
  • Πιέζουμε το επιστημονικό δυναμικό της χώρας να συνυπογράφει τις δράσεις μας και να πιέζει από την πλευρά του προς την ίδια κατεύθυνση.
  • Οι αγρότες ενημερώνονται για τα οφέλη που έχουν οι καλλιέργειές τους από την επικονίαση.
  • Οι μελισσοκομικοί σύλλογοι, φορείς, ομάδες μελισσοκόμων, διοργανώνουν ημερίδες, ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, γράφουν άρθρα όχι μόνο στα μελισσοκομικά περιοδικά, αλλά όπου μπορούν, για την επικονίαση και την προσφορά της.
  • Η «Εθνική Διεπαγγελματική οργάνωση μελιού και λοιπών προϊόντων κυψέλης», με τη βοήθεια των επιστημόνων, τυπώνει φυλλάδια, αυτοκόλλητα κ.λπ. με θέμα την επικονίαση, τα οποία μοιράζονται στους μελισσοκόμους και εκείνοι με τη σειρά τους τα χαρίζουν στους καταναλωτές.
  • Οι μελισσοκόμοι ενημερώνονται για την επικονίαση και προσπαθούν να μεταφέρουν με πάθος τη γνώση αυτή στον υπόλοιπο πληθυσμό. Δεν είμαστε λίγοι. Τα στοιχεία λένε ότι, φτάνουμε τις 25.000. Δηλαδή σκορπισμένα στην κοινωνία μας έχουμε 25.000 τελάληδες για να μεταδώσουν τη γνώση αυτή. Εντάξει δεν είμαστε μοιρασμένοι σε όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση, αλλά παρ’ όλα αυτά είμαστε πολλοί. Ούτως ή άλλως δεν είναι μια δράση που περιμένουμε να διασπείρει την πληροφορία του επικονιαστικού προβλήματος μέσα σε λίγους μήνες, αλλά σε λίγα χρόνια μπορεί να το κάνει εύκολα. Για φανταστείτε, οι μελισσοκόμοι τότε θα είναι άμεσα συνυφασμένοι με το επικονιαστικό έργο που προσφέρουν οι μέλισσές τους και όχι μόνο με την πώληση των προϊόντων τους. Η αγορά μελισσοκομικών προϊόντων θα αποκτήσει σιγά-σιγά ένα χαρακτήρα στήριξης του επικονιαστικού έργου των μελισσών, το οποίο δεν θα είναι επικοινωνιακό «κόλπο», αλλά η συνηδειτοποίηση μιας πραγματικής ανάγκης στήριξης της φύσης.
  • Σε μια περίοδο που οι άνθρωποι κλείνονται στα προβλήματά τους, εμείς προτάσσουμε το καλό της φύσης και όχι την συντεχνιακή μας λογική. Δύσκολα θα αρνηθούν σε ένα κλάδο τη βοήθειά τους, όταν ο κλάδος κάνει σαφές με τις δράσεις του ότι παλεύει για το καλό όλων και όχι για το δικό του μόνο. Εκ’ βάσης αποτελεί μια σκέψη συλλογικής δράσης που αναιρεί ένα σταθερό επιχείρημα άρνησης από πλευράς εξουσιαστικών μηχανισμών, ότι όλα ανάγονται σε συντεχνιακά προβλήματα και μόνο. Ξαναδιαβάστε το τελευταίο προσεκτικά.

Ξαναδιαβάστε όλο το κείμενο προσεκτικά. Το «Ξαναδιαβάστε», δεν το γράφουμε προστακτικά, όπως δηλώνει η ελληνική γλώσσα. Το γράφουμε σαν μια παρακλητική κραυγή, για να δηλώσουμε την αγωνία μας για το μέλλον του πολιτισμού μας που θέλουμε να επιβιώσει, μέσα στους νόμους που ορίζει η φύση και μόνο αυτή. Το ορθότερο θα ήταν να μιλήσουμε για ένα εκ’ βάθρου επαναπροσδιορισμό της σχέσης κοινωνίας – φύσης, αλλά αυτό απαιτεί μια διαφορετική κοινωνική αγωγή, θέμα που δεν μπορούμε να ανοίξουμε εδώ. Δείτε όμως το θέμα της επικονίασης σαν μια αρχή, τουλάχιστον προς σκέψη.
Οι μέλισσες είναι μεταφορείς της γύρης και φορείς της επικονίασης, συντροφεύοντας τα φυτά στο ταξίδι τους.
Οι μελισσοκόμοι είναι μεταφορείς των μελισσών και πρέπει να γίνουν φορείς της διάδοσης της γνώσης του επικονιαστικού προβλήματος, συντροφεύοντας τις μέλισσες στα ταξίδια τους.

Ανεξαγόρας Λ. Σκιδούρης

Πλούσια κείμενα για την επικονίαση με πολλές λεπτομέρειες, θα βρείτε:

– Σημειώσεις του μαθήματος Επικονίασης καλλιεργειών με έντομα, του Α. Θρασυβούλου.
– Επικονίαση των καλλιεργούμενων φυτών, της Φ. Χατζήνα, www.melinet.gr- Ιστοσελίδα του εργαστηρίου βιογεωγραφίας & οικολογίας του πανεπιστημίου Αιγαίου http://www2.aegean.gr /lab_biogeography-ecology, όπου θα βρείτε πολλές πληροφορίες για τους άγριους επικονιαστές, καθώς και της μελισσοθήκης του Αιγαίου.

Advertisements

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.