Τοποθεσία, τοποθεσία, τοποθεσία, το τοπίο και η υγεία των μελισσών

M. Smart και M. Spivak
Τμήμα Εντομολογίας, Πανεπιστήμιο του Μινεσότα, Saint Paul MN, USA

Η ροή πρωτεϊνών από το περιβάλλον στο μελίσσι παίζει ουσιαστικό ρόλο στην επιβίωση και την παραγωγικότητα των μελισσών. Οι συλλέκτριες μέλισσες μαζεύουν τη γύρη και τη μεταφέρουν πίσω στην κυψέλη, όπου στα κελιά αποθηκεύεται και ζυμώνεται με τη βοήθεια καλών μικροβίων. Με τη ζύμωση, η ωμή γύρη γίνεται πιο εύπεπτη για τις παραμάνες μέλισσες που την καταναλώνουν ως «bee bread» και έπειτα αφομοιώνουν την πρωτεΐνη της για την ανάπτυξη των υποφαρυγγικών αδένων, που βρίσκονται στην ενήλικη μέλισσα. Η έκκριση του υπoφαρυγγικού αδένα είναι κύρια πηγή πρωτεϊνών για τις αναπτυσσόμενες εργάτριες και έπειτα γίνεται τροφή για τις προνύμφες, καθώς μεγαλώνουν στα κελιά τους. Επομένως, η ικανότητα των μελισσών να ανταποκριθούν στις τροφικές ανάγκες του μελισσιού έχει άμεση σχέση με τη διαθεσιμότητα της γύρης της εκάστοτε περιοχής. Όμως, δεν είναι όλες οι περιοχές ίδιες και έτσι η συνολική ποιότητα ενός περιβάλλοντος για τις μέλισσες εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως η ποικιλότητα και ποσότητα της πηγής ανθέων, η θρεπτική ποιότητα των πηγών αυτών και η διάρκεια των ποιοτικών πηγών καθ’ όλη τη σεζόν. Τα διάφορα είδη γύρης διαφέρουν στην περιεκτικότητα πρωτεϊνών και αμινοξέων, με αποτέλεσμα ότι μερικά φυτά είναι πιο θρεπτικά από άλλα για τη μέλισσα. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι πολλαπλές πηγές γύρης έχουν θετικές επιδράσεις στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος της μέλισσας σε σύγκριση με μοναδικές πηγές γύρης.

Υποθέτουμε ότι αυτά τα μελίσσια τοποθετημένα σε περιοχές με βιοποικιλότητα και άφθονη τροφή, θα είναι πιο υγιή και θα έχουν καλύτερη επιβίωση, μέχρι και το χειμώνα. Συνεπώς το ίδιο ισχύει και για την μετέπειτα επικονίαση, σε σχέση με τα μελίσσια σε φτωχά και όχι φιλικά περιβάλλοντα.
Τρεις διαφορετικές τοποθεσίες και τρεις φτωχές τοποθεσίες, όλες στη Βόρεια Ντακότα, επιλέχτηκαν με βάση την ιστορική παραγωγή μελιού, τις δορυφορικές φωτογραφίες καλλιεργειών και τις τοπογραφικές μελέτες της σύνθεσης των ανθέων. Σε κάθε τοποθεσία, εξετάσαμε 24 μελίσσια για δύναμη, ανάπτυξη, παραγωγικότητα, και στρες (επίπεδα ασθενειών, παρασίτων και φυτοφαρμάκων). Επίσης, σε κάθε τοποθεσία δώσαμε συμπληρώματα πρωτεϊνών σε μισά από τα μελίσσια. Έτσι και στα δυο είδη περιοχών (πλούσιας και φτωχής βιοποικιλότητας) μερικά μελίσσια είχαν πρόσβαση και σε μια επιπρόσθετη πηγή πρωτεϊνών.

Εξετάσαμε τα ατομικά δείγματα μελισσών για διατροφικό στάτους (μέγεθος του υποφαρυγγικού αδένα και περιεκτικότητα πρωτεϊνών, επίπεδα σωματικού λίπους και λιπιδίων) και ανοσοποιητικής λειτουργίας (έκφραση πεπτιδίων αντιμικροβιακών γονιδίων). Σήμερα, έχουμε στοιχεία μόνο για τις πρωτεΐνες του υποφαρυγγικού αδένα. Οι αδένες ήταν μεγαλύτεροι στις μέλισσες των περιοχών με βιοποικιλότητα. Επίσης, οι μέλισσες των περιοχών αυτών, με ή χωρίς συμπλήρωμα πρωτεϊνών, είχαν μεγαλύτερους αδένες από αυτούς των μελισσών των φτωχών περιοχών, ανεξαρτήτως από τη χορήγηση συμπληρώματος. Η περιεκτικότητα πρωτεϊνών στους αδένες ήταν μεγαλύτερη στις μέλισσες των περιοχών με βιοποικιλότητα, αλλά όχι ση-μαντική. Όμως, η περιεκτικότητα πρωτεϊνών στους αδένες ήταν μεγαλύτερη στις μέλισσες των δυο περιοχών, όπου οι μέλισσες έλαβαν το συμπλήρωμα, σε σύγκριση με αυτές του φτωχού περιβάλλοντος, χωρίς συμπλήρωμα. Το μέγεθος του αδένα συσχετιζόταν θετικά με τη περιεκτικότητα πρωτεϊνών, που σημαίνει ότι οι μέλισσες με μεγαλύτερους αδένες είχαν και υψηλότερα επίπεδα πρωτεϊνών στους αδένες.

Η μελλοντική μας έρευνα είναι η ανάλυση πρωτεϊνών, λιπιδίων και ανοσοποιητικής λειτουργίας για την καλύτερη κατανόηση φυσιολογικών διαφορών των μελισσών σε διάφορα περιβάλλοντα. Επίσης, θα μελετήσουμε τη βιολογική και κοινωνική σημασία του μεγέθους του υποφαρυγγικού αδένα και της περιεκτικότητάς του σε πρωτεΐνες μαζί με άλλες φυσιολογικές παραμέτρους.

 

Αφήστε μια απάντηση