Γιατί να καταναλώνουμε ελληνικό μέλι

Οι προτάσεις της
Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Μελιού και Λοιπών Προϊόντων Κυψέλης
για την ώθηση της κατανάλωσης ελληνικού μελιού ή αλλιώς:

Γιατί να καταναλώνουμε ελληνικό μέλι

Σχεδόν όλες οι θεσμικές αλλαγές που προτάθηκαν από την Διεπαγγελματική Μελιού στην τελευταία τακτική συνέλευση, είναι στον σωστό δρόμο και θα έπρεπε να απαιτηθούν προ πολλού. Τις έχουμε ξανακούσει σκόρπια κατά καιρούς, αλλά τώρα διακρίναμε μια επαγγελματικότητα που έλειπε τον πρότερο καιρό.

Τα βασικότερα προβλήματα που τέθηκαν είναι ο κατακλυσμός της αγοράς από εισαγόμενο μέλι, το οποίο πωλείται σαν ελληνικό και το «μέλι» που παράγεται με πρόσμιξη γλυκαντικών ουσιών. Γιατί, όμως, τώρα ξαφνικά το πρόβλημα πήρε τέτοια διάσταση και ομόθυμα πάμε για απαιτήσεις από το κράτος;

Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια άλλη οπτική στο όλο ζήτημα. Μια οπτική που προσπαθεί να δει συνολικά το πρόβλημα και μάλιστα, όχι αποκομμένα από την σημερινή παγκόσμια πραγματικότητα. Θα περιπλέξουμε πολλά θέματα, αλλά η γνώμη μας είναι ότι είναι μπλεγμένα ούτως ή άλλως και η «συνεργιστική» τους δράση στην πρωτογενή παραγωγή μεγάλη.

Κατά την γνώμη μας, επιτακτική ομοθυμία στην Διεπαγγελματική υπήρξε:

  • ελληνικό μέλιΔιότι η κρίση του συστήματος θα κρατήσει καιρό ακόμη, και είναι εμφανής η περαιτέρω μείωση του κέρδους όλων των μερών (μελισσοκόμων, τυποποιητών). Το ίδιο πρόβλημα υπήρχε και πριν αρκετά χρόνια, αλλά πιθανά οι καλές πωλήσεις, τα μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους, η γενικότερη ευμάρεια της αγοράς, με την ολοένα αυξανόμενη κατανάλωση στο πρότυπο του «αναπτυγμένου» κόσμου, δεν έδιναν κίνητρο προσδιορισμού των «συντεχνιακών» μας συμφερόντων και της απαίτησης θεσμικών αλλαγών.
  • Διότι η στήριξη της μελισσοκομίας στην παρούσα φάση μπορεί να γίνει μόνο με θεσμικά μέτρα, ελλείψει πόρων.

Επί της ουσίας τώρα, το εισαγόμενο μέλι και το «μέλι» που παράγεται με πρόσμιξη γλυκαντικών ουσιών, αποτελούν πληγή γιατί:

Α) Οι ίδιοι οι Έλληνες μελισσοκόμοι (ευτυχώς, όχι πολλοί) πωλούσαν μέλι (ή μόνο τιμολόγια!) σε επιτήδειους που το αναμείγνυαν με ισογλυκόζη ή στην καλύτερη περίπτωση με εισαγόμενο μέλι και στη συνέχεια το διέθεταν με ένα καταπληκτικό δίκτυο διανομής που θα το ζήλευαν και οι μεγαλύτερες εταιρείες εμπορίας, χέρι-χέρι από φαινομενικά ταλαίπωρους «μελισσοκόμους» ή συζύγους αυτών. Η μόνη σχέση αυτών των πωλητών με πραγματικούς μελισσοκόμους, είναι ότι πρόφεραν τη λέξη «μέλι» με τον ίδιο τρόπο. Τους συγκεκριμένους πωλητές, όταν η πολιτεία τους «ανακάλυπτε», τους τιμωρούσε με πρόστιμα αστεία, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν ανενόχλητοι εξαπατώντας τους ανυποψίαστους αγοραστές. Το ίδιο δίκτυο διανομής, αν οργανωνόταν από μια ομάδα μελισσοκόμων με αληθινό ελληνικό μέλι, θα μπορούσε να αποτελέσει μια διαφορετική προσέγγιση ενός πιο άμεσου τρόπου πώλησης, με κέρδη και για τα δυο μέρη (παραγωγούκαταναλωτή). Γίνεται εν μέρει από μελισσοκόμους που πωλούν τα προϊόντα τους στις λαϊκές αγορές.

Β) Υπέστη κατάρρευση η μεγαλύτερη συνεταιριστική οργάνωση των μελισσοκόμων (Κοινοπραξία Νοτίου Ελλάδας), που θα μπορούσε να καθορίζει σε ένα μεγάλο βαθμό τις τιμές πώλησης του μελιού και τις τιμές αγοράς των εφοδίων. Θα μπορούσε να καθορίζει και να πιέζει την πολιτεία σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο, με δεδομένο την ευμάρειά της και την συλλογικότητά της. Δεν μπορούμε να ξέρουμε, γιατί συνέβη η κατάρρευση αυτή. Έχουμε μια θολή εικόνα από ανθρώπους που ήταν μέσα στα πράγματα τότε. Έχουμε μια θολή εικόνα, γιατί οι υπάρχοντες συνεταιρισμοί δεν συμμετέχουν ως κινητήριο γρανάζι της οικονομικής μελισσοκομικής δραστηριότητας.

Γ) Κάποιες μεμονωμένες ελληνικές εταιρείες τυποποίησης ή και μεμονωμένοι μελισσοκόμοι, αγοράζουν εισαγόμενο μέλι και το ελληνοποιούν. Είναι προφανής ο εν λόγω ισχυρισμός, γιατί εισάγονται πολλοί τόνοι μελιού, οι οποίοι δεν εμφανίζονται στην αγορά σαν εισαγόμενοι. Το κάνουν στο όνομα του εύκολου κέρδους, με σχεδόν όλους μας συνυπεύθυνους μιας και είμαστε συνδημιουργοί της σημερινής κοινωνίας και των εμπορικών κανόνων που την διέπουν. Αν τα κέρδη μελισσοκόμων, τυποποιητών κ.λπ. δεν θιγόντουσαν λόγω οικονομικής κρίσης (μείωση κατανάλωσης και στροφής σε φθηνότερο μέλι), «επιταγών της παγκοσμιοποίησης» (ελεύθερης διακίνησης) και ευρωπαϊκής νομοθεσίας (θυμίοντας ότι η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη εισαγωγός και εξαγωγός χώρα μελιού στην Ευρώπη), αμφιβάλουμε για το αν θα συζητούσαμε για το εισαγόμενο μέλι και την θέση του στην ελληνική αγορά.

Δ) Η τιμή που «απαιτεί» και «συναινεί» ο Έλληνας μελισσοκόμος στην χονδρική πώληση μελιού, είναι απίστευτα πενιχρή σε σχέση με την τελική τιμή πώλησης στο ράφι. Δεν αντιλαμβανόμαστε την ψαλίδα των 3,5 ευρώ / κιλό που εισπράττει ο Έλληνας μελισσοκόμος μέχρι τα 13 – 16 ευρώ / κιλό που αγοράζει ο καταναλωτής της πόλης. Ο αντίλογος είναι ότι το κόστος μετά την παραγωγή είναι ανελαστικό, λόγω των πολλών σταδίων που μεσολαβούν (μεταφορά, τυποποίηση, διαφήμιση, διανομή, κέρδος των καταστημάτων -στον τελευταίο κρίκο βρίσκεται και το μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους-). Παρ’ όλα αυτά δεν αντιλαμβανόμαστε, γιατί το κόστος παραγωγής είναι ελαστικό (καύσιμα, διόδια, φορολόγηση, αντιμετώπιση ασθενειών, αλλαγή συνθηκών), έτσι ώστε οι τιμές παραγωγού να παραμένουν σταθερές ή να μειώνονται. Δεν έχουμε συνδέσει την ποσότητα παραγωγής με τις τιμές πώλησης. Το μέλι δεν είναι ευτυχώς χρηματιστηριακό προϊόν. Έχουμε δει χρονιές με υπερπαραγωγή, την πίεση των τιμών αγοράς μελιού προς τα κάτω να αγγίζει μόνο τους παραγωγούς, χωρίς να βλέπουμε την ίδια πτώση τιμής στο ράφι. Έχουμε ακούσει παραγωγούς να «ελπίζουν» σε μια σταθερή τιμή στις χρονιές με υπερπαραγωγή, με βλέμμα σχεδόν ενοχικό. Η όποια πληθωριστική πίεση αποτυπώνεται μόνο στις τελικές τιμές μελιού στο ράφι και όχι στις τιμές παραγωγού. Γιατί όταν όλα βαίνουν την ανιούσα, η τιμή του παραγωγού παραμένει σταθερή ή και μειώνεται;
Αν η ψαλίδα αγοράς – πώλησης του ελληνικού μελιού είναι τόσο μεγάλη, είναι λογικό οι «ανήθικοι» συσκευαστές και λιανοπωλητές να το εκμεταλλεύονται και να ελληνοποιούν το όποιο μέλι, με σκοπό το μεγαλύτερο κέρδος τους. Δεν δικαιολογούμε την πράξη αυτή. Την επεξηγούμε.

Ε) Η παραγωγή ελληνικού μελιού υπερκαλύπτει την εσωτερική κατανάλωση. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε αυτάρκεις σε μέλι και μόνο σε κακές χρονιές παραγωγής θα χρειαστούμε σαν χώρα μέλι από τους γείτονές μας. Φυσικά, θα αναγράφεται η χώρα παραγωγής του μελιού αυτού και η τιμή θα καθοριστεί από την αγορά και τους παραγωγούς της όποιας χώρας. Σε καλές ή μέτριες χρονιές, η εξαγωγή μελιού θεωρείται βεβαία με την προϋπόθεση ότι η ποιότητα του ελληνικού μελιού θα προστατεύεται από όλους μας. Δεν θα χάσουμε καμιά αγορά του εξωτερικού, αν υπάρξουν χρονιές που το μέλι μας είναι λίγο. Μια καλή καμπάνια θα κάνει περιζήτητο το μέλι μας την επόμενη καλή χρονιά. Κάνουμε αναφορά στην αυτάρκεια για να ελαχιστοποιήσουμε την ανησυχία των μελισσοκόμων, όσον αφορά την παραγωγή μας σαν χώρα. Το ελληνικό μέλι δεν θα μένει στις αποθήκες απούλητο. Το ελληνικό μέλι θα πουλιέται όλο, σε τιμές που θα καθορίζει η αγορά και ο παραγωγός. Το ξαναγράφουμε αυτό γιατί μας φαίνεται ενδιαφέρον. Το ελληνικό μέλι θα πουλιέται όλο, σε τιμές που θα καθορίζει η αγορά (καταναλωτές) και ο παραγωγός (μελισσοκόμος).

Ζ) Η σχέση «καλής πίστης» μεταξύ παραγωγών, τυποποιητών και καταναλωτών, είναι βέβαιο ότι θα διαρραγεί όταν το πρόβλημα ελληνοποίησης εισαγόμενου μελιού, καθώς και το πρόβλημα ανάμιξης μελιού με γλυκαντικές ουσίες, έρθει στο φως υπ’ όψιν όλου του κοινωνικού ιστού. Δύσκολα η εμπιστοσύνη των τριών μερών θα ανακτηθεί. Θα είναι μεγάλο κρίμα να χαθεί μια σχέση που εδραιώθηκε και εξελίχτηκε στους τελευταίους 80 αιώνες (αλλιώς 8.000 χρόνια) σαν σχέση με θεϊκή διάσταση (δείγμα μεγέθους) και θεραπευτική αξία (δείγμα ποιότητας της πληροφορίας). Το ελληνικό μέλι που αναφέρεται σε αρχαία κείμενα σαν «θείο δώρο» και αποτελεί προϊόν με καταγραφή στην ιστορική μας μνήμη σαν «αγνή» τροφή συνεπικουρούμενου από την εδώ και δεκαετίες κοπιαστική και αξιέπαινη προσπάθεια ανθρώπων του κλάδου, για την ανάδειξή του, θα γίνει βορά της αχόρταγης προσταγής του κέρδους. Δύσκολα θα εμπιστευτεί ξανά ο καταναλωτής τον Έλληνα μελισσοκόμο και πολύ περισσότερο ένα βάζο μέλι στο ράφι.

Η) Η πρόσμιξη ελληνικού μελιού με εισαγόμενο ή με γλυκαντικές ουσίες, δημιουργεί γευστική σύγχυση στους Έλληνες καταναλωτές και μια ψευδή εικόνα γεύσης του ελληνικού μελιού στους ξένους επισκέπτες. Αν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση ως έχει, αναρωτιόμαστε αν τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα σε μια ελληνική πόλη, θα γευτούν ποτέ αληθινό ελληνικό μέλι. Υπάρχει βέβαια μια εξαίρεση στα προλεγόμενα. Το ελληνικό μέλι Μαινάλου (μοναδικό μελισσοκομικό ελληνικό Π.Ο.Π.) που ελπίζουμε να συνεχίζει να υπάρχει όπως σήμερα, σε έναν τόπο με ιδιαίτερες δυσκολίες παραγωγής, αλλά και εύθραυστες περιβαλλοντικές ισορροπίες.

Θ) Η πρόσμιξη ελληνικού μελιού με εισαγόμενο ή με γλυκαντικές ουσίες, δεν επηρεάζει την ασφαλή κατανάλωση (με δεδομένο, ότι δεν έχει επικίνδυνα πρόσθετα). Είναι ένα γλυκό προϊόν και η εξαπάτηση αφορά κυρίως την τιμή που καταβάλει κάποιος για την αγορά του και την ψευδή ονομασία του. Θυμίζουμε τη φέτα που τρώγαμε παλιά σε εστιατόρια, που είχε υφή και γεύση σαπουνιού – ασβέστη (εισαγόμενη ήταν). Κανείς δεν έπαθε κάτι από την κατανάλωσή της. Παρ’ όλα αυτά παλέψαμε σε επίπεδο Ε.Ε. για να κατοχυρώσουμε την αληθινή ελληνική φέτα.

ελληνικό μέλι

Ας δούμε τώρα λίγο πιο παγκοσμιοποιημένα το πρόβλημα. Η ύπαρξη φτηνού μελιού στον «πρώτο κόσμο» (σύμφωνα με τον ισχύοντα δυτικό ορισμό και μόνο), είναι θέμα διαχείρισης και διάθεσης των παγκόσμιων πόρων παραγωγής. Το μέλι ανήκει στους ανανεώσιμους πόρους πρωτογενούς παραγωγής, δηλαδή δυνητικά δεν θα εξαντληθεί ποτέ μέχρι το τέλος της ζωής του πλανήτη αυτού. Για να μην «μας πάρει από κάτω», οι τελευταίες εκτιμήσεις είναι ότι ο πλανήτης έχει ζωή μερικά δισεκατομμύρια χρόνια ακόμη. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του πρωτογενούς αυτού προϊόντος (μέλι) είναι ότι το έντομο – ζων οργανισμός (μέλισσα), το παράγει σαν υποπροϊόν μιας μαγικής διαδικασίας που ονομάζουμε επικονίαση και που από αυτή εξαρτάται σε μέγιστο βαθμό η ευμαρής επιβίωσή μας. Από την άλλη, το αειφόρο καθαρό περιβάλλον είναι προϋπόθεση για την μέλισσα, έτσι ώστε να συνεχίσει ανενόχλητη την εργασία της (επικονίαση). Δηλαδή υπάρχει μια άμεση αλληλεξάρτηση μελισσών και περιβάλλοντος, με την μέλισσα να είναι «γενετικά προγραμματισμένη» να επικονιάζει, για όσο διάστημα το περιβάλλον ικανοποιεί τις συνθήκες επιβίωσής της. Δηλαδή για όσο διάστημα ο άνθρωπος που επηρεάζει καταλυτικά το περιβάλλον επιτρέπει να ικανοποιούνται οι συνθήκες επιβίωσής της. Το άφθονο, φθηνό εισαγόμενο μέλι, είναι αποτέλεσμα μιας ανθρώπινης δραστηριότητας, βασισμένης στο κέρδος και αποτελεί πληγή γιατί:

Α) Η κατανάλωση μελιού από απομακρυσμένα μέρη παραγωγής -ως προς εμάς- επιβαρύνει το περιβάλλον με την μεταφορά του. Αν είναι δυνατόν να θεωρούμε ορθό την παραγωγή μελιού στην Ν. Αμερική και την μεταφορά και πώλησή του στην Ελλάδα. Μεταφορά με κοντέινερ σε πλοία, με φορτηγά σε εργοστάσια τυποποίησης, μεταφορά περιεκτών από άλλες χώρες του πλανήτη (πιθανόν) και στη συνέχεια μεταφορά με πλοία ή φορτηγά στην Ελλάδα. Μπορείτε να φανταστείτε την ενέργεια και τους ρύπους αυτής της διαδικασίας; Σπατάλη ενέργειας και συσσώρευση ρύπων που δεν αφήνουν τις μέλισσες ανέγγιχτες. Μεταλλαγμένα φυτά για παραγωγή βιοκαυσίμων (βάλτε και τα φυτοπροστατευτικά στο άθροισμα) και ρύποι που επηρεάζουν την ομαλή λειτουργία των φυτών σε παγκόσμιο επίπεδο (υπερθέρμανση, βίαιη αλλαγή του κλίματος). Άστοχο και βλακώδες, εκτός κι αν όλη αυτή η διαδικασία ερμηνευτεί με γνώμονα, όχι μια αειφόρο ανάπτυξη, αλλά το κέρδος σε βάρος της πρωτογενούς παραγωγής (μέλι) και των τελικών αποδεκτών (καταναλωτής).

Β) Η μεγαλύτερη παραγωγή μελιού πραγματοποιείται στον τρίτο κόσμο, σε ένα μη ελεγχόμενο περιβάλλον, όσον αφορά στη διαχείριση των πρόσθετων στην κυψέλη (κακής ποιότητας τροφές, φάρμακα…) και χωρίς την ευθύνη των εκεί παραγωγών, αλλά εταιρειών που αναζητούν όσο δυνατόν φθηνότερο μέλι.

Γ) Ενθαρρύνονται οι μονοκαλλιέργειες λόγω των σταθερών αποδόσεών τους, πιθανά με γενετικά τροποποιημένα φυτά, σίγουρα με χημικές λιπάνσεις και με μεγάλη σπατάλη νερού. Ό,τι χειρότερο για τις μέλισσες και το περιβάλλον.

Δ) Ενθαρρύνεται η αποδάσωση για την εύρεση νέων περιοχών εντατικής καλλιέργειας και μάλιστα σε μέρη με αμφίβολη διάρκεια ευφορίας του εδάφους (αλάτωση, διάβρωση, ερημοποίηση).

Ε) Η εισαγωγή χύμα μελιού σε εξευτελιστικές τιμές (ακόμη και κάτω των 2 δολαρίων ανά κιλό) και η τυποποίησή του στον δυτικό κόσμο, συνεπάγεται την απώλεια υπεραξίας του προϊόντος από τους παραγωγούς και της «ανέχειάς» τους. Ένα μέλι που παράγεται και τυποποιείται στην Κίνα και πιθανά θα ενδιέφερε (λόγω γεύσης ή άλλης ιδιαιτερότητας) κάποιον καταναλωτή στο Σικάγο ή στην Άνδρο θα έπρεπε να μπορεί να αγοραστεί από τον εν λόγω καταναλωτή και ο οποίος να πληρώσει την υπεραξία του στον αντίστοιχο Κινέζο παραγωγό, καθώς και την πολυέξοδη μεταφορά του. Ένα παράδειγμα αυτής της διαδρομής είναι το μέλι manuka (μάνουκα), που παράγεται στη Ν. Ζηλανδία και η τιμή του είναι από τις υψηλότερες του κόσμου. Το μέλι manuka είναι ένα καλό μέλι κάτω από μια πολύ καλή προσέγγιση της διεθνούς αγοράς (μάρκετινγκ)). Μήπως και εμείς δεν έχουμε καταπληκτικά μέλια που να ικανοποιούν αυστηρά κριτήρια που εμείς μπορούμε να θεσπίσουμε; Έτσι έπραξαν και οι Νεοζηλανδοί με τη βοήθεια των επιστημόνων τους, αλλά κυρίως με την δική τους βούληση. Μην ξεχνάμε, ότι το μέλι πεύκου παράγεται με την βοήθεια ενός κοκκοειδούς (marhalina hellenica) και ενδημεί στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Πουθενά αλλού στον πλανήτη. Μην ξεχνάμε, ότι πριν 30 χρόνια το θεωρούσαμε 2ης ποιότητας μέλι, παρ’ όλο που και τότε συμμετείχε σχεδόν σε όλα τα μείγματα ελληνικών μελιών που διακινούσαμε στην εγχώρια αγορά. Τότε ήταν πάμφθηνο, αναδείχτηκε όμως ερευνητικά και τώρα είναι απλά φτηνό. Μήπως θα πρέπει να αποκτήσει την τιμή και θέση που του αξίζει; Γιατί όχι και σε συνεργασία με τη γείτονα χώρα (ερευνητικά, διαφημιστικά, κ.λπ.).

Ανορθόδοξα ως προς το αρχικό θέμα μας, θα τελειώσουμε με ένα φαινομενικά εκτός θέματος ερώτημα:

Τι να κάνω σαν καταναλωτής;

  • Πίεση εναντίον της ελληνοποίησης και του ανώνυμου μελιού.

Πώς;

  • Με δυο απλούστατους κανόνες που ελέγχουν απόλυτα οι καταναλωτές (εμείς δηλαδή):

α) Αγοράζω μόνο από παραγωγούς που τους ξέρω προσωπικά ή τους ξέρουν οι φίλοι μου.

β) Αγοράζω μόνο τυποποιημένο μέλι που αναγράφει εμφανώς, ότι παράγεται στην Ελλάδα (είναι στις βασικές προτάσεις της Διεπαγγελματικής).

Για να λειτουργήσει αυτό το σύστημα χρειάζεται κάτι ακόμη. Χρειάζεται πολιτική βούληση. Πολιτική βούληση για να νομοθετηθεί και να εφαρμοστεί ο νόμος. Πολιτική βούληση που εμείς επιλέγουμε τα πλαίσιά της, με τη θέλησή μας (π.χ. πιέζοντας, ψηφίζοντας κ.λπ.). Δηλαδή οι καταναλωτές (μελισσοκόμοι και ο κύκλος τους) επιλέγουν και την ύπαρξη πολιτικής βούλησης (εμείς δηλαδή):

Εμείς δηλαδή που μας ονόμασαν καταναλωτές και μπερδευτήκαμε για το ποιοι είμαστε. Εμείς που έχουμε αστείρευτη δύναμη και μας χωρίζουν μόνο τρία βήματα για την χρήση της. Να το σκεφτούμε, να το αποφασίσουμε και να οργανωθούμε. Εκτός θέματος, αλλά ποιος δεν ξέρει ότι, πίσω από κάτι, πολλές φορές, κρύβεται κάτι άλλο.

Αφήστε μια απάντηση